Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: απεμπλέκω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απεμπλέκω [apembléko] -ομαι Ρ (βλ. εμπλέκω) (συνήθ. παθ. στο απαρέμφ. αορ.) : (λόγ.) καταφέρνω να απαλλάξω κπ. από μια δυσάρεστη, μπερδεμένη και ενοχλητική κατάσταση· ξεμπλέκω: Είναι αδύνατο να απεμπλακεί από αυτή την ιστορία.

[λόγ. απ(ο)- εμπλέκω μτφρδ. γαλλ. désengager]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go