Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αγκωνάρι
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αγκωνάρι το [aŋgonári] Ο44 : 1α.μεγάλη πέτρα πελεκημένη, παραλληλόγραμμη, που μπαίνει συνήθ. στις γωνίες των οικοδομών: Tοίχος χτισμένος με αγκωνάρια. Πελέκησε τ΄ αγκωνάρια για το καμπαναριό. || (λαϊκότρ.) μεγάλη πέτρα, κοτρόνα: Πήρε ένα ~ και του το ΄φερε στο κεφάλι. β. γωνία ενός κτίσματος: Tα τέσσερα αγκωνάρια του σπιτιού. Aκούμπησε στ΄ ~ του τζακιού. 2. (μτφ.) στήριγμα, θεμέλιο: H νοικοκυρά είναι το ~ του σπιτιού.

[μσν. αγκωνάριν < αρχ. ἀγκων- (δες αγκώνας) στη σημ.: `γωνία τοίχου΄ -άριν]

[Λεξικό Γεωργακά]
αγκωνάρι [aŋgonári] το,
  • ① build corner (syn καντούνι, region. αγκώνας):
    • τα τέσσερα αγκωνάρια του σπιτιού |
    • ακούμπησε στ' ~ του τζακιού |
    • στ' ~ του δρόμου |
    • idiom phr έφαγε και τ' αγκωνάρια του σπιτιού του he squandered all his property |
    • στ' ~ του σπιτιού μου φύλαγαν άνθρωποι (Makryg) |
    • ο ένας έπιασε τον πλάτανο κι ο άλλος τ' ~ της εκκλησιάς (Vlachogiannis) |
    • folks. θυμάσαι που σε φίλησα στου πύργου τ' ~ |...; (Theros) |
    • poem κρεμαστά από τ' αγκωνάρια | καίνε τα έρημα φανάρια (Agras)
  • ② build cornerstone, headstone, header, stone block, quoin (-stone) (syn L ακρογωνιαίος λίθος, γωνιόλιθος, καντουνόπετρα):
    • ο τοίχος είναι χτισμένος όλο με αγκωνάρια |
    • πελέκησε αγκωνάρια για το καμπαναριό (Prevelakis) |
    • gnom η καλή πέτρα, όσο και να πεταχτή, ~ θα μπη ability and talent find their way to usefulness
  • ⓐ huge stone:
    • τον χτύπησε μ' έν' ~ και τον σκότωσε
  • ③ fig sth solid and permanent (also of persons):
    • η τύχη του or η θέλησή του είναι ~
  • ④ prop, mainstay, protector (syn προστάτης):
    • είσαι το ~ της φαμελιάς |
    • αντάξιος γόνος, σωστό ~ του σπιτιού μας |
    • ~ του σπιτιού η νοικοκυρά (Palaiologos) |
    • αυτές οι επιστήμες θα 'διναν τ' αγκωνάρια της αναγέννησής μας (Valetas)

[fr late MG ἀγκωνάριν 'bracelet worn close to the elbow', der of ἀγκώνας 'elbow' and 'corner' (of building) ← AG ἀγκών]

[Λεξικό Κριαρά]
αγκωνάριν το.
  • Eίδος βραχιολιού που το φορούν κοντά στον αγκώνα:
    • φορεί … αγκωνάρια εξαίρετα διά λίθων και μαργάρων (Aχιλλ. N 810).

[<ουσ. αγκών + κατάλ. άριν. Τ. ιον τον 7. αι. (LBG)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go