Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: άκρο
262 εγγραφές [251 - 260]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ακροφοβία η [akrofovía] Ο25α : (ψυχ.) παθολογική κατάσταση που καταλαμβάνει ορισμένα άτομα όταν βρίσκονται σε ψηλά και απόκρημνα μέρη.

[λόγ. < νλατ. acrophobia < αρχ. ἄκρο(ς) + -phobia = -φοβία]

[Λεξικό Γεωργακά]
ακροφοβία [akrofovía] η, med
  • fear of heights, acrophobia

[cpd of άκρα & -φοβία]

[Λεξικό Κριαρά]
ακροφοβούμαι· ακριοφοβούμαι.
  • Φοβούμαι λίγο:
    • η ψυχή μου ετρόμαξεν και ωσάν ν’ ακροφοβήθην (Διγ. Esc. 1113).

[<ακρο‑ + φοβούμαι. H λ. και σήμ. κρητ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
ακρόφυλλο [akrófilo] το,
  • leaf at the edge, outside leaf:
    • στάλες διαμαντένιες σαν κ' εκείνες που βλέπεις ύστερ' από βροχή ... στ' ακρόφυλλα των δένδρων (Christomanos) |
    • poem των πεύκων κάθε ~ μια χάντρα βελονιάζει (Drosinis)

[fr K ἀκρόφυλλον (Ps.-Diosc.), cpd of άκρον φύλλον]

[Λεξικό Γεωργακά]
ακροφύσιο [akrofísio] το,
  • nozzle, tip (syn μπεκ)

[fr AG ἀκροφύσιον 'pipe of a pair of bellows']

[Λεξικό Γεωργακά]
ακροφυσώ [akrofisó] (& folks. ακριοφυσώ)
  • blow lightly:
    • το αγέρι ακροφυσούσε, η θάλασσα είχε σηκώσει τον μπάτη του μεσημεριού (Prevelakis) |
    • folks. κι ακριοφύσησε γλυκός βοριάς αέρας (NPolitis) |
    • poem κι ο αγέρας ακροφύσηξε κ' οι νιοι κυλίστηκαν στον άμμο (Kazantz Od 19.1041)

[cpd w. φυσώ]

[Λεξικό Κριαρά]
ακροχαίρομαι.
  • Δοκιμάζω κάποια χαρά:
    • (Φαλιέρ., Iστ. V 688).

[<ακρο‑ + χαίρομαι]

[Λεξικό Γεωργακά]
ακρόχειλο [akró] το, lit
  • ① corner of the mouth:
    • η γόπα στ' ~ (Terzakis) |
    • έκανε παρντόν, παρντόν, δάγκωσε τ' ακρόχειλό του (id.) |
    • το φιλί της πεταλούδισε κοντά στο στόμα του, ίσια πάνω στ' ~ (id.) |
    • μια ιδέα μουστάκι που ιδρώνει κάτω από τη μύτη, γέρνοντας στ' ακρόχειλα (id.) |
    • μια δαχτυλιά κοκκινάδι στο κάτω ~ δεξιά τού στραβώνει το στόμα (Kazantz) |
    • poem ... κι απλώθη το αχνογέλιο | στου γέρου σύντροφου τ' ακρόχειλα και στα χνουδάτα αφτιά του (Kazantz Od 23.273) |
    • κι απ' τ' ακρόχειλά σου ακόμα, να, | δυο γραμμές σαν ήσκιοι κατεβαίνουν (Malakasis)
  • ② edge of cliff, abyss (also fig):
    • ολοένα βρισκόμαστε στο ~ της αβύσσου (Panagiotop) |
    • το είχαμε πάρει απόφαση πια ... πως θα περπατούσαμε στο ~ του γκρεμού (id.) |
    • ένας κόσμος, όταν πάψη ενδόμυχα να πιστεύη στον εαυτό του ..., χορεύει ξέγνοιαστος στο ~ του γκρεμού, διαδηλώνει πανηγυρικά τη σνομπίζουσα απιστία του (Terzakis)

[cpd of άκρο & χείλι]

[Λεξικό Κριαρά]
ακροχορδόνη η.
  • Kρεατοελιά:
    • (Iερακοσ. 49619).

[μτγν. ουσ. ακροχορδόνη]

[Λεξικό Κριαρά]
ακροχτυπώ· ακριοχτυπώ.
  • Xτυπώ ελαφρά:
    • την θύραν ακριοχτύπησεν (Xρον. Mορ. H 937).

[<ακρο‑ + χτυπώ]

< Προηγούμενο   1... 23 24 25 [26] 27   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες