Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: Παν
440 εγγραφές [271 - 280]
[Λεξικό Κριαρά]
πανσέβαστος, επίθ.
  • Εξαιρετικά σεβαστός·
    • (εδώ ως προσφών. του αυτοκράτορα):
      • Αυθέντα μου, πανσέβαστε (Προδρ. II 1).

[<παν‑ + επίθ. σεβαστός. Η λ. τον 8.-9. αι. (TLG)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πανσέληνος η [pansélinos] Ο36 : η σελήνη όταν φαίνεται από τη γη σαν ένας τέλειος φωτεινός δίσκος: Πότε έχουμε / έχει πανσέληνο; Aπόψε είναι ~.

[λόγ. < αρχ. πανσέληνος]

[Λεξικό Κριαρά]
πανσέληνος, επίθ.
  • α) (Προκ. για τη σελήνη) που φωτίζεται ολόκληρη από τον ήλιο:
    • (Ψευδο-Σφρ. 51624
  • β) (προκ. για τη νύχτα) κατά την οποία υπάρχει πανσέληνος:
    • (Ψευδο-Σφρ. 51632).
  • Το ουδ. ως ουσ. = ολόγιομο φεγγάρι, πανσέληνος· (εδώ μεταφ. ως προσφών. αγαπημένου προσώπου):
    • Άδενδρόν μου πανσέληνον, …, έλ’ αφέντη μου, ας φιλούμεν (Ερωτοπ. 450).

[αρχ. επίθ. πανσέληνος. Το ουδ. ως ουσ. μτγν. Το θηλ. ως ουσ. στο Du Cange και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πάνσεπτος -η / -ος -ο [pánseptos] Ε17 : (λόγ.) που είναι σεπτός, ιερός· ιερότατος: H πάνσεπτη εικόνα της Παναγίας.

[λόγ. < ελνστ. πάνσεπτος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πανσές ο [pansés] Ο13 : κοινή ονομασία μιας ομάδας ποωδών φυτών που καλλιεργούνται για τα ωραία πολύχρωμα άνθη τους.

[γαλλ. pensée (θηλ.) κατά τα άλλα αρσ. -ές, π.χ. μενεξές]

[Λεξικό Κριαρά]
πανσθενής, επίθ.· υπερθ. πανσθενέστατος.
  • Πανίσχυρος, παντοδύναμος:
    • (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 197
    • ο δυνατός κατήσχυνε (ενν. το σατανά) πανσθενεστάτῳ κράτει (Γλυκά, Αναγ. 128).

[μτγν. επίθ. πανσθενής]

[Λεξικό Κριαρά]
πανσθενουργός, επίθ.
  • Πανίσχυρος, παντοδύναμος:
    • Ο δημιουργός των απάντων κτισμάτων …, ο πανσθενουργός ευλόγησον δεσπότης (Λεξ. III 4).

[<επίθ. πανσθενής + ‑ουργός. Η λ. τον 7.-8. αι.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πανσιόν η [pansxón] Ο (άκλ.) : μικρή επιχείρηση (και το οίκημα) που προσφέρει, έναντι αμοιβής, διαμονή και διατροφή: Πολυτελής ~. ~ για ηλικιωμένους· (πρβ. γηροκομείο). || (ειδικότ.) Tιμή ~, αντίτιμο για διαμονή και διατροφή σε ξενοδοχείο.

[λόγ. < γαλλ. pension]

[Λεξικό Κριαρά]
πανσκότεινος, επίθ.
  • Πάρα πολύ σκοτεινός·
    • (εδώ μεταφ. για τον Άδη):
      • (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 291v).

[<παν‑ + επίθ. σκοτεινός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πανσλαβισμός ο [panslavizmós] Ο17 : πολιτική κίνηση και ιδεολογία που επιδιώκει την ένωση όλων των σλαβικών λαών και την επέκταση της πολιτικής τους επιρροής.

[λόγ. < γαλλ. panslavisme < pan- = παν- + Slav(es) = Σλάβ(οι) -isme = -ισμός]

< Προηγούμενο   1... 26 27 [28] 29 30 ...44   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες