Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: Αργυρώ
8 items total [1 - 8]
[Λεξικό Γεωργακά]
Αργυρώ s. Aργυρή.
[Λεξικό Γεωργακά]
αργυρώνητο [aryirόnito] το, (L)
  • state or quality of being corrupt or corruptible for money, corruption, corruptibility, venality (syn Lδεκασμός, διαφθορά):
    • το ~του δικαστή

[fr kath (neol) αργυρώνητον, substantiv. n of αργυρώνητος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αργυρώνητος -η -ο [arjirónitos] Ε5 : (λόγ.) που εξαγοράζεται με χρήματα· πουλημένος: Aργυρώνητοι ψηφοφόροι / οπαδοί / δικαστές / μάρτυρες.

[λόγ. < αρχ. ἀργυρώνητος]

[Λεξικό Γεωργακά]
αργυρώνητος, -η, -ο [aryirόnitos] (L)
  • bought over, bribed, corrupt, venal (syn αγορασμένος 2, δωροδοκούμενος, μίσθαρνος L, παραδόπιστος, πληρωμένος, πουλημένος):
    • ~διαιτητής, δικαστής, υπουργός |
    • ~ τύπος

[fr kath αργυρώνητος ← K (also pap), AG ἀργυρώνητος 'bought w. silver']

[Λεξικό Κριαρά]
αργυρώνω.
  • Kαλύπτω με στρώμα αργύρου· επαργυρώνω:
    • (Mαχ. 3826).

[αρχ. αργυρόω. H λ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αργυρώνω [aryirόno] pass αργυρώνομαι
  • ① cover w. silver, silver-plate (syn ασημώνω, επαργυρώνω)
  • ② give a silvery color to (syn ασημώνω):
    • poem η θάλασσα γελάει· την αργυρώνει | το φεγγάρι, που πάει κατά τη δύση (Markoras) |
    • ποια μυστικά να τραγουδάς γειρμένη αχνή σελήνη | στο κύμα, που αργυρώνεται σε τρικυμιά ή γαλήνη (Malakasis)

[fr postmed, MG αργυρώνω ← K (also pap), AG ἀργυρῶ (-όω)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αργυρωρυχείο το [arjirorixío] Ο39 : μεταλλείο από όπου εξάγεται το ασήμι.

[λόγ. < ελνστ. ἀργυρωρυχεῖον]

[Λεξικό Γεωργακά]
αργυρωρυχείο [aryirori ío] το, (L)
  • silver mine:
    • το ~το εκμεταλλεύεται ο κεχαγιάς του μεγάλου βεζίρη (Vacalop)

[fr kath αργυρωρυχείον ← MG (schol.), cpd w. ορυχείον]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go