αποκρεολοποίηση [decreolization]

αποκρεολοποίηση [decreolization]

Όταν μια κρεολή γλώσσα μιλιέται σε μια γεωγραφική περιοχή όπου κυρίαρχη είναι η γλώσσα με το μεγαλύτερο κύρος, η οποία αποτέλεσε τη βάση για τον σχηματισμό της κρεολής, υπάρχει η τάση να αντικαθίσταται η κρεολή από την -υψηλού κύρους- γλώσσα αυτή (π.χ. οι ομιλητές της Tok-Pisin χρησιμοποιούν όλο και συχνότερα δομές της αγγλικής). Το φαινόμενο αυτό καλείται αποκρεολοποίηση. Υπάρχει κάποια επικάλυψη κρεολοποίησης και αποκρεολοποίησης, στον βαθμό που κάποιες φορές δεν είναι ξεκάθαρο ποια από τις δύο διαδικασίες λαμβάνει χώρα. Μιλάμε, ωστόσο, για γνήσια αποκρεολοποίηση όταν οι ομιλητές μιας κρεολής ξεχνούν τη λειτουργία των μορφών της και όταν διακρίσεις που εντοπίζονται στην κρεολή, αλλά όχι στη γλώσσα από την οποία αυτή σχηματίστηκε, εξαφανίζονται, και όλο και περισσότερες μορφές της γλώσσας-βάσης εισδύουν στην κρεολή.

Ν. Κατσώχης

Πηγές

  • Asher, R. E., επιμ. 1994. The Encyclopedia of Language and Linguistics. 10 τόμ. Οξφόρδη & Νέα Υόρκη: Pergamon Press.