Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: -αμάρα
46,745 items total [41 - 50]
-άλας [álas] θηλ. -άλα [ála] : επίθημα με επιτατική σημασία ουσιαστικών παράγωγων από ονόματα· δηλώνει το πρόσωπο που χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ιδιότητα που συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη· (βλ. -αλάς): (πείνα) πεινάλας.

[< ουδ. σε -άλ(ι) & θηλ. σε -άλ(α) με προσθήκη του μεγεθ. -ας· -άλ(ας) θηλ. ]

-αλάς [alás] θηλ. -αλού [alú] : επίθημα με επιτατική σημασία ουσιαστικών παράγωγων από ονόματα· δηλώνει το πρόσωπο που χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ιδιότητα που συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη· (βλ. -άλας): (πορδή) πορδαλάς.

[< ουδ. σε -άλ(ι) & θηλ. σε -άλ(α) με προσθήκη του μεγεθ. -άς· -αλ(άς) θηλ. -ού]

-αλγία [aljía] : (ιατρ.) β' συνθετικό σε σύνθετα θηλυκά αφηρημένα ουσιαστικά· (συνήθ. ιατρ.) δηλώνει την ύπαρξη άλγους, πόνου στο μέρος του σώματος που εκφράζει ή συνεπάγεται το α' συνθετικό: ισχι~, κεφαλ~, καρδι~, οδοντ~, οσφυ~.

[λόγ. < αρχ. -αλγία (< ἄλγ(ος) -ία) ως β' συνθ.: αρχ. κεφαλ-αλγία & νλατ. -algia < αρχ. -αλγία: εντερ-αλγία < γαλλ. entéralgie]

-αλέος -αλέα -αλέο [aléos] : επίθημα με λόγια προέλευση επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη σε μεγάλο βαθμό της ιδιότητας που συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: (άβυσσος) αβυσσαλέος, (δίψα) διψαλέος, (κραυγή) κραυγαλέος, (νύστα) νυσταλέος, (πείνα) πειναλέος, (ύπνος) υπναλέος.

[λόγ. < αρχ. επίθημα παραγωγικό επιθέτων -αλέος `που έχει, που χαρακτηρίζεται από κτ.΄: αρχ. γηρ-α λέος, θαρρ-αλέος, ψωρ-αλέος, ελνστ. φρικ-αλέος (δες λ.)]

-αλο [alo] : ατονημένο επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών από ουσιαστικά ή ρήματα: (καύκος) καύκαλο, (χούφτα) χούφταλο, (ψίχα) ψίχαλο· (θρύβω - έθρυψα) θρύψαλο.

[αρχ. μετουσ. & μεταρ. επίθημα -αλον παραγωγικό ουσ.: αρχ. κρότ-αλον < κρότος, πέτ-αλον < πετάννυμι `απλώνομαι΄]

-αλός -αλή -αλό [alós] : ατονημένο επίθημα επιθέτων· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο χαρακτηρίζεται από αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (ντροπή) ντροπαλός.

[αρχ. μετουσ. επίθημα -αλός παραγωγικό επιθέτων: αρχ. χθαμ-αλός (θ. συγγ. της λ. χθών `γη΄), ελνστ. ῥοδ-αλός (< αρχ. ῥόδον)]

-αμάρα [amára] & -μάρα [mára] & -ομάρα [omára] & -ωμάρα [omára] : (συχνά προφ., οικ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών· δηλώνει συμπεριφορά, κατάσταση, ιδιότητα κτλ. σχετική με αυτό που συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -άρα 2)· παραγωγή: 1. από επίθετα: (κουτός) κουταμάρα, (σαχλός) σαχλαμάρα, (χαζός) χαζαμάρα και χαζομάρα. 2. από επίθετα ή ρήματα (και ρηματικά παράγωγα) παράγωγα από επίθετα: (βουβός - βουβαίνω) βουβαμάρα, (κουτσός - κουτσαίνω) κουτσαμάρα, (κουφός - κουφαίνω) κουφαμάρα, (μουγγός - μουγγαίνω) μουγγαμάρα, (τρελός - τρελαίνω) τρελαμάρα· (στραβός - στραβώνω) στραβωμάρα. 3. από ρήματα: (φαγώνομαι) φαγωμάρα, (λιγώνομαι) λιγωμάρα· (βαριεστώ) βαριεστημάρα, (σκοτίζω) σκοτισμάρα.

[< μεταρ. ουσ. σε -μός, -μα με προσθήκη του μεγεθ. -άρα: βαρεμ(ός) > βαρεμ-άρα και με βάση ουσ. με θ. σε -α-, -ω-: βουβ-α-μός > βουβ-αμάρα, φάγ-ω-μα > φαγ-ωμάρα, επέκτ. σε ουσ. και επίθ. με διαφ. θ.: κουτ-ός > κουτ-αμάρα, χαζ-ός > χαζ-ομάρα]

-άμενος -άμενη -άμενο [ámenos] : (λογοτ., προφ.) κατάληξη με περιορισμένη χρήση για το σχηματισμό μετοχής του παθητικού ενεστώτα με λειτουργία συνήθ. επιθέτου ή ουσιαστικού· (πρβ. -όμενος, -ούμενος 2): πετάμενος, στεκάμενος, τρεμάμενος· ο λεγάμενος· τα βρεχάμενα.

[ελνστ. -άμενος αναλ. προς αρχ. μπε. σε -άμενος: αρχ. ἱστά-μενος (ἵσταμαι `στέκομαι΄), ελνστ. ἱπτά-μενος (αρχ. ἵπταμαι `πετώ΄) με επέκτ. σε άλλα ρ.: ελνστ. χαρισ-άμενος, δεξ-άμενος]

-αν [an] & -άν [án] : κατάληξη ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών λόγιας προέλευσης: σύμπαν· παν.

[λόγ. < αρχ. κατάλ. -αν & -ᾶν ουδ. επιθ. σε -ας & -ᾶς: αρχ. πᾶς - πᾶν, σύμπας - σύμπαν]

-άνη [áni] : (χημ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για την απόδοση ξένων λέξεων που δηλώνουν χημικές ενώσεις: πολυουρεθάνη.

[λόγ. < γαλλ. -ane: πολυουρεθ-άνη < διεθ. poly- = πολυ- + urethane]

< Previous   1... 3 4 [5] 6 7 ...4675   Next >
Go to page:Go