Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Lemma "α- 4"
α- 4 : (λαϊκότρ.) αρκτικό· σε ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα και επιρρήματα από αλλαγή του αρχικού τους φωνήεντος: (εγγόνι) αγγόνι, (έντερο) άντερο, (ομφαλός) αφαλός· (ελαφρός) αλαφρός· (εγγίζω) αγγίζω· (έξαφνα) άξαφνα, (επάνω) απάνω.

[όπως στο α- 3 με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.: ελαφρός > αλαφρός [ena-ela > enala > en-ala], εγγίζω > αγγίζω [na-eni > nani > n-ani] ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go