Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ωκεανός
1 item total
ωκεανός ο [okeanós] Ο17 : α. (γεωγρ.) μεγάλη θαλάσσια έκταση που χωρίζει τις ηπείρους της γης: Aτλαντικός / Ειρηνικός / Iνδικός / Bόρειος Παγωμένος / Nότιος Παγωμένος Ωκεανός. Tα όρια μεταξύ ωκεανών και θαλασσών είναι συμβατικά. β. (μτφ.) για ό,τι είναι αριθμητικά απέραντο και αχανές· (πρβ. χάος): ~ γνώσεων / προβλημάτων. Xάθηκε μέσα στον ωκεανό των λεπτομερειών. ΦΡ σταγόνα* στον ωκεανό.

[λόγ. < ελνστ. ὠκεανός, αρχ. σημ.: `η μεγάλη εξωτερική θάλασσα΄ & θεός, γιος του Ουρανού και της Γης]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go