Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ψηλαφώ
1 item total
ψηλαφώ [psilafó] -ούμαι Ρ10.9 & ψηλαφίζω [psilafízo] -ομαι Ρ2.1 : α.αγγίζω και πιέζω ελαφρά κτ. με τις άκρες των δαχτύλων, για να διαπιστώσω τι κρύβεται μέσα ή πίσω από αυτό, ποια σύσταση, σχήμα κτλ. έχει: Ο γιατρός ψηλάφισε σκεπτικός τον πρησμένο λαιμό του αρρώστου. β. αναζητώ με την αφή κτ. που δεν το αντιλαμβάνομαι με την όραση: ~ το σφυγμό του αρρώστου. || ψάχνω με τα χέρια σαν τυφλός: Προχώρησε στο σκοτεινό διάδρομο ψηλαφώντας μέσα στο σκοτάδι.

[λόγ. < αρχ. ψηλαφῶ· ψηλαφ(ώ) μεταπλ. -ίζω με βάση το συνοπτ. θ. ψηλαφησ-]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go