Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: χα
381 items total [1 - 10]
χα [xá] επιφ. : (συνήθ. με επανάληψη) α. ηχομιμητική λέξη που αποδίδει τον ήχο του γέλιου: ~ ~ ~ ! γέλασε δυνατά. || (ως ουσ.) τα χα χα: Άρχισαν τα ~ ~ και τα χου χου, τα γέλια. β. για να εκφράσουμε ειρωνεία ή περιφρόνηση: Tι είναι αυτά που λες! ~ ~, ας γελάσω.

[ηχομιμ.]

χαβάγια η [xavája] Ο25 : α.είδος κιθάρας που την κρατούν οριζόντια στα γόνατα και που ο ήχος της είναι μακρόσυρτος και μελαγχολικός. β. μελωδία που παίζεται με το παραπάνω όργανο.

[αγγλ. Hawaiian guitar < όν. νησιών του Ειρηνικού (από γλ. της Πολυνησίας) με τροπή του χειλ. ημιφ. [w] σε [v], ανάπτ. [j] για αποφ. της χασμ. και θηλ. κατά το κιθάρα]

χαβαλέ [xavalé] επίρρ. : (οικ.) για να δηλώσουμε ότι κάνουμε κτ. χωρίς σοβαρή προσπάθεια: Δε διάβασα· έδωσα εξετάσεις ~.

[τουρκ. havale `μετάθεση μιας υπόθεσης΄ (από τα αραβ.)]

χαβαλεδιάζω [xavaleδjázo] Ρ2.1α : (οικ.) κάνω χαβαλέ.

[χαβαλεδ- (χαβαλές) -ιάζω]

χαβαλές ο [xavalés] Ο13 : (οικ.) ευχάριστη συζήτηση που συνήθ. κρατάει πολλές ώρες: Πάμε για χαβαλέ στο σπίτι μου. Kάναμε χαβαλέ ως αργά το βράδυ, χαβαλεδιάζαμε.

[χαβαλέ -ς]

χαβανέζικος -η -ο [xavanézikos] Ε5 : που ανήκει ή που αναφέρεται στη Xαβάη ή στους Xαβανέζους ή προέρχεται από αυτή ή από αυτούς: Xαβανέζικη μουσική / ενδυμασία. Xαβανέζικη γλώσσα, η τοπική γλώσσα των κατοίκων της Xαβάης. || (ως ουσ.) τα χαβανέζικα, η χαβανέζικη γλώσ σα.

[Xαβανέζ(ος) -ικος, λόγ. < γαλλ. havan(ais) -έζος `κάτοικος της Aβά νας (στην Kούβα)΄ (ορθογρ. δαν.) με παρετυμ. προς το γαλλ. hawaiien `κάτοικος της Xαβάης΄ (δες στο χαβάγια)]

χαβάνι το [xaváni] Ο44 : είδος μπρούντζινου γουδιού για να κοπανούν σκληρές τροφές, όπως π.χ. αμύγδαλα, καρύδια κτλ.

[τουρκ. havan ]

χαβανόχερο το [xavanóxero] Ο41 : μπρούντζινο κυλινδρικό αντικείμενο με τη βοήθεια του οποίου χτυπούν τις τροφές μέσα στο χαβάνι.

[χαβάν(ι) -ο- + χέρ(ι) -ο]

χάβαρο το [xávaro] Ο41 : 1.είδος στρειδιού που τρώγεται. 2. (μτφ., οικ.) άνθρωπος κουτός.

[αραβ.(;)]

χαβάς ο [xavás] Ο1 : μελωδία τραγουδιού συνήθ. στη ΦΡ αυτός / αυτή το χαβά του / της, για κπ. που επιμένει στις ίδιες απόψεις ή στην ίδια τακτι κή, αδιαφορώντας για τις αντιρρήσεις ή για τις αντιδράσεις των άλλων: Tόσην ώρα προσπαθώ να τον πείσω ότι έχει άδικο, αλλά αυτός το χαβά του.

[τουρκ. hava `αέρας, μελωδία΄ (από τα αραβ.)]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...39   Next >
Go to page:Go