Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: φυλή
1 item total
φυλή η [filí] Ο29 : 1. (ανθρωπολ.) μεγάλη και (γεωγραφικά) ενιαία ομάδα ανθρώπων με ορισμένα κοινά ή παρόμοια κληρονομικά χαρακτηριστικά (χρώμα δέρματος, μαλλιά, σχήμα κεφαλιού κτλ.): Λευκή / κίτρινη / μαύρη ~. Σπάνια / άγρια / πρωτόγονη ~. Άρια* ~. 2. έθνος, εθνότητα: Tα πεπρωμένα της ελληνικής φυλής. (έκφρ.) το δαιμόνιο* της φυλής. 3. (βιολ.) υποδιαίρεση είδους: Οι ανθρώπινες φυλές.

[λόγ. < αρχ. φυλή `γενιά, ομά δα ατόμων με κοινό τόπο διαμονής΄ σημδ. γαλλ. race & αγγλ. race, tribe]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go