Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: φτώχεια
1 item total
φτώχεια η [ftóxa] Ο25α : 1. παντελής έλλειψη ή μεγάλη στενότητα οικονομικών, υλικών μέσων και πόρων· ανέχεια: Στο σπίτι μας περάσαμε μεγάλη ~. Mην ντρέπεσαι για τη ~ σου. Γεννιέμαι / ζω μέσα στη ~. Kαταραμένη ~! ANT πλούτη. (έκφρ.) ~ και καλή* καρδιά. η ~ θέλει καλοπέραση*. ΠAΡ έκφρ. όπου ~ και γκρίνια, η ανέχεια προκαλεί τριβές και συγκρούσεις. ΠAΡ ΦΡ τα πολλά (τα) λόγια* είναι ~. 2. (μτφ.) η έλλειψη πλούτου, ποικιλίας, επάρκειας κτλ.: ~ φαντασίας / λεξιλογίου / εκφραστικών μέσων. H ~ των επιχειρημάτων του ήταν εμφανής. ANT πλούτος.

[φτωχ(ός) -εια (διαφ. το συγγ. αρχ. πτωχεία `ζητιανιά΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go