Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: φιλολογία
1 item total
φιλολογία η [filolojía] Ο25 : 1. επιστήμη με αντικείμενο: α. τη γλώσσα και τη λογοτεχνία ενός λαού σε μια ή σε όλες τις εποχές: Ελληνική / λατινική / γερμανική ~. Aρχαία / κλασική / νεότερη ~. β. τη διερεύνηση και την ερμηνεία κειμένων από γλωσσική, λογοτεχνική, ιστορική και πολιτισμική άποψη : Οι μέθοδοι της φιλολογίας άλλαξαν και τα μέσα της εκσυγχρονίστηκαν. || Tμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής. 2. το σύνολο των κειμένων και των λόγων που αναφέρονται σε έναν τομέα της γνώσης, της επιστήμης: Iατρική / εκκλησιαστική / μαρξιστική ~. Οι θεωρητικές συζητήσεις που κράτησαν χρόνια, δημιούργησαν μια τεράστια ~ γύρω από αυτό το θέμα. 3. (παρωχ.) λογοτεχνία: Ο «Kρητικός» του Σολωμού είναι από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής φιλολογίας. 4. λόγοι που δεν αντιστοιχούν σε πραγματικότητες, επιπόλαιοι, φλύαροι: Άσε τις φιλολογίες που μου αραδιάζεις και δες την πραγματικότητα.

[λόγ. < αρχ. φιλολογία `αγάπη για τη γνώση και τη λογοτεχνία΄ & σημδ. γαλλ. philologie (στις νέες σημ.) < λατ. philologia `αγάπη για τα γράμματα΄ < αρχ. φιλολογία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go