Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: φερμάρω
1 item total
φερμάρω [fermáro] Ρ6α : (λαϊκ.) παρακολουθώ τη θέση ή τις κινήσεις κάποιου με το βλέμμα μου, κοιτάζω κπ. ή κτ. προσεκτικά. || (ειδ. για ζώα και κυνηγετικά σκυλιά) ιχνηλατώ, εντοπίζω και παρακολουθώ το θήραμα, στήνω καρτέρι, ενεδρεύω.

[ιταλ. fermar(e) (αρχική σημ.: `σταματάω, κλείνω΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go