Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: φέρω
3 items total [1 - 3]
φέρω [féro] -ομαι Ρ αόρ. έφερα, απαρέμφ. φέρει, (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : (λόγ.) 1α. κρατώ, βαστώ, σηκώνω κτ.: (Δεν) κρίθηκαν ικανοί να φέρουν όπλα. || (κυριολ. και μτφ.): Είναι βαρύ το φορτίο που φέρει στους ώμους του. (έκφρ.) ~ κτ. βαρέως*. ~ κτ. εις πέρας*. β. στηρίζω, υποβαστάζω. 2. (γενικότ.) έχω κτ. και (ειδικότ.) έχω κτ. επάνω μου είτε από τη φύση μου είτε πρόσθετο: Tο φυτό φέρει μίσχο μακρύ και λεπτό. Tο αρσενικό του ζώου φέρει κέρατα. Tο έγγραφο φέρει σφραγίδα / υπογραφή. Είμαι υπερήφανος, γιατί ~ το όνομα του Έλληνα. Φέρει τον τίτλο του προέδρου. Δε ~ καμιά ευθύνη. || φοράω: Kατά την τελετή έφερε τη στολή και τα παράσημά του. 3. επιβάλλω πλήρως τη θέλησή μου σε κπ., τον κατευθύνω, συνήθ. στις εκφράσεις άγεται και φέρεται, για άτομο με ανίσχυρη, ασθενή βούληση, προσωπικότητα: Άγεται και φέρεται από τα πάθη του. άγω και ~ κπ., τον κάνω να ενεργεί όπως εγώ. 4. (συχνά στο γ' πρόσ.) υπάρχει για κπ. ή για κτ. η πληροφορία, η φήμη· αναφέρεται, θεωρείται: Φέρονται ως ένοχοι / ως εξαφανισθέντες / ως υπουργήσιμοι. Οι πληροφορίες / οι φήμες / οι διαδόσεις τον φέρουν ως ύποπτο μεγάλης απάτης.

[λόγ.: 1α, 3: αρχ. φέρω, -ομαι· 1β, 2: σημδ. γαλλ. porter· 4: & σημδ. αγγλ. be reported]

φέρων -ουσα -ον [féron] Ε12 : (λόγ.) 1. που στηρίζει, που υποβαστάζει: Ο ~ οργανισμός / σκελετός / τοίχος ενός κτιρίου / οικοδομήματος, το τμήμα εκείνο που προορίζεται να στηρίζει άλλα τμήματα του οικοδομήματος. 2. (τεχν., συνήθ. ως ουσ.) το φέρον, η υψηλή συχνότητα πάνω στην οποία φορτώνεται η χαμηλή ή ακουστική συχνότητα της ομιλίας ή της μουσικής, για να μπορεί να εκπεμφθεί: Tο (τηλεοπτικό) φέρον κύμα, το ηλεκτρομαγνητικό κύμα που μεταφέρει την (τηλεοπτική) εικόνα.

[λόγ.: 1: αρχ. φέρων μεε. του ρ. φέρω (δες λ.) κατά τη σημ. του φέρω· 2: σημδ. αγγλ. carrier (διαφ. το αρχ. τό φέρον `το πεπρωμένο΄)]

φερώνυμος -η -ο [ferónimos] Ε5 : (λόγ.) που έχει πάρει το όνομά του από κάποιο πρόσωπο, πράγμα, γεγονός κτλ. (το οποίο αναφέρεται λίγο πριν ή μετά)· (πρβ. ομώνυμος): Tη μέρα της Aναλήψεως πανηγυρίζει ο ~ ναός.

[λόγ. < αρχ. φερώνυμος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go