Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υφίσταμαι
1 item total
υφίσταμαι [ifístame] Ρ μπε. υφιστάμενος* : (λόγ.) 1. υποβάλλομαι σε κτ. το οποίο έχει δυσάρεστες, αρνητικές επιπτώσεις: Ο άνθρωπος υφίσταται την επίδραση του περιβάλλοντος. Θα υποστείς τις συνέπειες των πράξεών σου. Έχει υποστεί πολλές διώξεις. Yποστήκαμε τα πάνδεινα. H αξιοπιστία του υπέστη δεινό πλήγμα. Θα υποστεί εγχείρηση, θα κάνει. Έχει υποστεί δύο εμφράγματα, έχει πάθει. ~ πιέσεις, δέχομαι. || Aναγκαστικά θα τον υποστείς, ώσπου να γυρίσω, θα τον ανεχτείς. 2. (στο γ' πρόσ.) υπάρχει: Δεν υφίσταται θέμα / ζήτημα / λόγος ανησυχίας.

[λόγ. < αρχ. ὑφίσταμαι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go