Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υπόστρωμα
1 item total
υπόστρωμα το [ipóstroma] Ο49 : α.ό,τι στρώνεται κάτω από μια επιφάνεια ως βάση και υποδομή της υπερκείμενης κατασκευής. || ό,τι αποτελεί τη βάση και την απαραίτητη προϋπόθεση για περαιτέρω ανάπτυξη και δραστηριότητα: Tο μορφωτικό / πνευματικό ~. || (ιατρ.) παθολογικό ~, προδιάθεση. β. (γλωσσ.) γλώσσα (και με επέκταση, οι ομιλητές της) η οποία μιλιόταν σε μια περιοχή, στην οποία κατοίκησαν αργότερα ομιλητές άλλης γλώσσας: Εξέλιξη που αποδίδεται σε επίδραση του υποστρώματος.

[λόγ.: α: αρχ. ὑπόστρωμα· β: σημδ. γαλλ. substrat]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go