Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υπερβατικός
1 item total
υπερβατικός -ή -ό [ipervatikós] Ε1 : που έχει σχέση με τον υπεραισθητό, το μεταφυσικό κόσμο: H υπερβατική φύση του ανθρώπου. Yπερβατικές έννοιες. 1. (φιλοσ.) Yπερβατική φιλοσοφία, στον Kαντ, η φιλοσοφική θεωρία που θεωρεί τη γνώση ως απριόρι όρο και όχι ως δεδομένο της εμπειρίας. ~ λογισμός, λογισμός ο οποίος εξυψώνει τον άνθρωπο πάνω από τα καθημερινά, σε μια κοινωνία με ό,τι αιώνιο υπάρχει στο σύμπαν, με την πηγή της αλήθειας. 2. (μαθημ.) ~ αριθμός, αριθμός που δεν είναι ρίζα αλγεβρικής εξίσωσης πεπερασμένου βαθμού.

[λόγ. υπέρβα(σις) -τικός μτφρδ. γαλλ. transcendant, transcendental & γερμ. transzendental (διαφ. το μσν. υπερβατικός `που αναστρέφει τη σειρά των λέξεων΄: δες υπερβατός)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go