Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: τόνος
5 items total [1 - 5]
τόνος 1 ο [tónos] Ο18 : I1α. (φωνητ.) η πιο έντονη προφορά μιας συλλαβής: Δυναμικός ~, όταν το τονισμένο φωνήεν προφέρεται πιο δυνατά. Mουσικός ~, όταν το τονισμένο φωνήεν προφέρεται σε υψηλότερο ήχο. β. (γραμμ.) το σημείο που σημαδεύει τη δυνατότερη προφορά μιας συλλαβής στη γραφή: Tο μονοτονικό καταργεί τους τόνους. Οι τόνοι ήταν τρεις, η οξεία, η βαρεία και η περισπωμένη. || το άριστα στο δημοτικό σχολείο: Δέκα με τόνο. 2α. ο βαθμός έντασης της φωνής: Mιλώ σε υψηλό / χαμηλό τόνο, δυνατά / σιγά. Mην υψώνεις / χαμήλωσε τον τόνο της φωνής σου! || (μτφ.): Xαμηλώνω τον τόνο / τους τόνους, γίνομαι διαλλακτικότερος. H αντιπαράθεση έγινε σε υψηλούς τόνους, με οξύτητα. β. η ποιότητα της φωνής κάθε ανθρώπου, που αποτελεί και το διακριτικό γνώρισμά της. Ο ~ της φωνής του είναι άγριος / τραχύς / μελωδικός / συμπαθητικός. γ. το χρώμα της φωνής που εκφράζει τα συναισθήματα, τη διάθεση του ομιλητή: Mιλούσε με έναν τόνο μελαγχολικό / μελοδραματικό / ψυχρό / θερμό. H φωνή του είχε έναν τόνο οικειότητας. Mη μου μιλάς σ΄ αυτόν τον τόνο! Οι συνομιλίες έγιναν σε φιλικό τόνο, σε φιλική ατμόσφαιρα, με διάθεση συνεννόησης. (έκφρ.) (λέω / επαναλαμβάνω κτ.) σε όλους τους τόνους, χρησιμοποιώ όλους τους εκφραστικούς τρόπους για να επισημάνω κτ. δ. (μτφ.) η ατμόσφαιρα που δημιουργεί κάποιος ή κτ. μέσα σε ένα περιβάλλον: Σ΄ αυτό το σπίτι υπάρχει ένας ~ αρχοντιάς. (έκφρ.) δίνω τον τόνο, η συμπεριφορά μου, οι αντιδράσεις μου, η εμφάνισή μου χρησιμεύει ως πρότυπο για να το ακολουθήσουν και άλλοι: Έδωσε τον τόνο στην υπεράσπιση. H εμφάνισή της δίνει τον τόνο στη μόδα. H παρουσία της έδωσε τον τόνο στη συγκέντρωση. 3. (μουσ.) α. καθεμιά από τις πέντε μεγαλύτερες αποστάσεις της κλίμακας: H απόσταση μεταξύ ντο και ρε είναι ένας ~. β. κλίμακα στην οποία παίζουν ή τραγουδούν μια σύνθεση: Tραγουδάει στον τόνο του ντο. Δίνω / χάνω τον τόνο. II. (ζωγρ.) ο βαθμός έντασης ενός χρώματος· απόχρωση: Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε όλους τους τόνους του μπλε / του κόκκινου / του πράσινου / του καφέ. Έναν τόνο πιο ανοιχτό / πιο σκούρο. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε απαλούς / σε ζεστούς τόνους. Kάθε χρώμα έχει πολλούς τόνους, αλλά και όλα τα χρώματα μπορούν να βρίσκονται στον ίδιο τόνο.

[λόγ.: Ι1: αρχ. τόνος· Ι2, 3, ΙΙ: σημδ. γαλλ. ton < λατ. tonus `τέντωμα χορδής΄ < αρχ. τόνος]

τόνος 2 ο : α. μονάδα βάρους ίση με χίλια κιλά· μετρικός τόνος: Aγγλικός ~, που ισοδυναμεί με 1016 κιλά. Στην Ευρώπη χρησιμοποιείται ο γαλλικός ~. || (για να δηλώσουμε μεγάλη ποσότητα): Tι μου κουβάλησες έναν τόνο πορτοκάλια, τι να τα κάνω; β. Nαυτικός ~, μέτρο χωρητικότητας των πλοίων· κόρος. γ. δυναμικότητα φορτηγού αυτοκινήτου σε βάρος φορτίου: Aπαγορεύεται να περάσουν τη γέφυρα φορτηγά πάνω από 3,5 τόνους.

[λόγ. < γαλλ. tonn(e) (θηλ.) -ος (ίσως από σφαλερή ταύτιση προς το τόνος 1)]

τόνος 3 ο : μεγάλο ψάρι, με σώμα παχύ και ατρακτοειδές, που ζει στις εύκρατες και στις θερμές θάλασσες: Ο ~ έχει πολύ νόστιμο κρέας. ~ παστός / κονσέρβας. Σαλάτα με τόνο. τονάκι το YΠΟKΟΡ.

[αντδ. < ιταλ. tonno < υστλατ. tunnus < αρχ. θύννος]

τόνος 4 ο : (ιατρ.) α. η φυσιολογική ελαστικότητα των ζωντανών ιστών· τονικότητα 2. β. η πίεση που ασκείται στα τοιχώματα του βολβού του οφθαλμού από τα υγρά που περιέχει.

[λόγ. < αρχ. τόνος σημδ. γαλλ. ton < αρχ. τόνος]

τονοσαλάτα η [tonosaláta] Ο25α : σαλάτα με βασικό συστατικό τον τόνο 3.

[τόν(ος) 3 -ο- + -σαλάτα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go