Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: τρέφω
1 item total
τρέφω [tréfo] -ομαι Ρ αόρ. έθρεψα, απαρέμφ. θρέψει, παθ. αόρ. τράφηκα, απαρέμφ. τραφεί, μππ. θρεμμένος· (βλ. και θρέφω) : I1. δίνω τροφή σε άνθρωπο ή σε ζώο: ~ το πουλάκι με σπόρους. Ο άνθρωπος τρέφεται με ζωικές και φυτικές τροφές, τρώει. Tα άλογα τρέφονται με σανό, τρώνε. || (παθ., για φυτά) παίρνω τα θρεπτικά συστατικά από το έδαφος. 2. (μππ.) που έχει το επιθυμητό βάρος, γιατί τρέφεται με καλή και άφθονη τροφή: Θρεμμένο παιδί. Θρεμμένες κότες. Θρεμμένα μοσχάρια. 3. εκτρέφω, μεγαλώνω ζώα με σκοπό την εκμετάλλευσή τους: ~ κουνέλια / αγελάδες. || H θεσσαλική πεδιάδα τρέφει άλογα. 4. (με πργ. ως υπ.) παράγω τα μέσα διατροφής ενός πληθυσμού: H πεδιάδα τρέφει ολόκληρη τη γύρω περιο χή, τροφοδοτεί. Φτωχή χώρα που δεν μπορεί να θρέψει τους κατοίκους της. II1. παρέχω σε κπ. τα μέσα για να επιζήσει· συντηρώ, ταΐζωI2γ: Mια ολόκληρη ζωή τον τρέφει ο πατέρας του. ΠAΡ Ο μήνας που τρέφει τους έντε κα, για περίοδο οικονομικά πολύ αποδοτική που εξασφαλίζει μεγάλο διάστημα απραξίας, καθισιού. 2. ζωογονώ: Ο ήλιος τρέφει τα φυτά. || (μτφ., ειρ.): Tον τρέφει ο καβγάς. (γνωμ.) ο ύπνος* τρέφει το παιδί (κι ο ήλιος το μοσχάρι)… III. (μτφ.) 1α. διαπαιδαγωγώ, γαλουχώ: Tα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα έθρεψαν γενιές από Ελληνόπουλα. Tράφηκε με το όνειρο της ελευθερίας. β. παρέχω τα στοιχεία για τη λειτουργία ενός ψυχικού μηχανισμού: Aναμνήσεις / παραστάσεις που τρέφουν τη φαντασία. Συναισθήματα ενοχής που τρέφονται από παιδικά βιώματα. γ. διατηρώ, έχω μέσα μου ένα συναίσθημα, μια σκέψη, μια διάθεση για κπ. ή για κτ.: ~ θαυμασμό / συμπάθεια / αντιπάθεια / αυταπάτες / ελπίδες, θαυμάζω / συμπαθώ / αντιπαθώ / αυταπατώμαι / ελπίζω. ~ αισθήματα ευγνωμοσύνης για σένα. 2. (λόγ., ειρ.) ~ κόμη / μουστάκι / μούσι, διατηρώ, αφήνω να μεγαλώσει. ΦΡ ~ νιάτα, για άνθρωπο που τεμπελιάζει.

[I3, 4, II: αρχ. τρέφω· Ι1, 2: ελνστ. σημ.· III: λόγ. < αρχ. τρέφω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go