Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σύντροφος
1 item total
σύντροφος ο [síndrofos] Ο19 θηλ. σύντροφος [síndrofos] Ο36 & συντρόφισσα [sindrófisa] Ο27 : 1α.αυτός που ζει με κπ. άλλον, έχοντας μαζί του μια στενή και διαρκή συναισθηματική σχέση: Tης στάθηκε πιστός ~ σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Οι δυο τους είναι αχώριστοι σύντροφοι. || (ειδικότ., συναισθ.) σύζυγος: Έχασε το σύντροφό της / τη σύντροφο της ζωής του. β. για ζώο με το οποίο ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει μια ιδιαί τερη συναισθηματική σχέση: Ο σκύλος είναι ο πιστός / αχώριστος ~ του ανθρώπου. γ. ως προσηγορία ανάμεσα στα μέλη κομμουνιστικού ή σοσιαλιστικού κόμματος: Σύντροφοι και συντρόφισσες! Σύντροφε Γιάννη. 2. για κτ. που δεν μπορούμε να στερηθούμε: Tο βιβλίο μπορεί να γίνει ο καλύτερος σύντροφός μας. || (ειρ.): H φτώχεια είναι ο μόνιμος σύντροφός του.

[1α: αρχ. σύντροφος `που έχει μεγαλώσει μαζί΄ (η σημερ. σημ. μσν.)· 1β: λόγ. σημδ. γαλλ. compagnon· 1γ: λόγ. σημδ. ιταλ. compagno· 2: λόγ. < αρχ. σύντροφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους· σύντροφ(ος) -ισσα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go