Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σχέση
1 item total
σχέση η [sxési] Ο31 : 1α.η ύπαρξη κοινών στοιχείων που συνδέουν λογικά δύο καταστάσεις, φαινόμενα ή πράγματα: Yπάρχει στενή ~ ανάμεσα στην αμοιβή και στην παραγωγικότητα. H ~ προσφοράς και ζήτησης. || (έκφρ.) σε ~ / (λόγ.) εν σχέσει με / προς, σε σύγκριση, σε αναφορά: H φετινή γεωργική παραγωγή ήταν καλύτερη σε ~ με την περσινή. δεν έχει ~ / και τι ~ έχει;, για να δηλώσουμε την έλλειψη κάποιας αλληλεξάρτησης: Kαι τι ~ έχει αν δεν έρθω εγώ, εσύ θα πας. ΦΡ τι ~ έχει ο φάντης* με το ρετσινόλαδο; β. (λογ.) η ιδιότητα δύο ή περισσότερων αντικειμένων της σκέψης, τα οποία μπορούν να περιληφθούν σε μια μοναδική διανοητική πράξη: ~ ταυτότητας / ετερότητας / εναντίωσης / επαλληλίας / υπόταξης / συναλληλίας. H ~ αιτίας και αποτελέσματος. γ1. (μαθημ.) η συνθήκη που συνδέει τις τιμές δύο ή περισσότερων μεγεθών: ~ ένα προς δύο (1:2). γ2. (φυσ.) λόγος, αναλογία: ~ συμπίεσης. 2. (συνήθ. πληθ.) η ύπαρξη επαφής, επικοινωνίας, αμοιβαίας εξάρτησης: α. μεταξύ προσώπων: Οι σχέσεις γονιών και παιδιών είναι σχέσεις στοργής και αγάπης. Mε τη Mαρία έχουμε φιλικές / καλές / οικογενειακές σχέσεις. Έχουν υπηρεσιακές / επαγγελματικές / κοινωνικές / στενές σχέσεις. Οι σχέσεις του με το πρόσωπο αυτό μού φαίνονται ύποπτες. Στις σημερινές πόλεις οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δύσκολες. Ερωτικές / σαρκικές σχέσεις, ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα. || (ειδικότ.) ερωτικός δεσμός: Έχει σχέσεις με τον / την τάδε. β. μεταξύ ομάδων, π.χ. μεταξύ κρατών, οργανισμών, επιχειρήσεων κτλ.: Οι σχέσεις των δύο κρατών είναι τεταμένες. Διέκοψαν τις διπλωματικές σχέσεις τους. Ελληνοτουρκικές / γαλλογερμανικές σχέσεις. Δημόσιες σχέσεις, το σύνολο των δραστηριοτήτων που αποβλέπουν στη δημιουργία καλών σχέσεων ανάμεσα σε μια επιχείρηση ή σε μια υπηρεσία και στο ευρύ κοινό.

[λόγ.: 1: αρχ. σχέ(σις) -ση· 2: & σημδ. γαλλ. relation(s) (δημόσιες σχέσεις: μτφρδ. αγγλ. public relations)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go