Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σφαίρα
1 item total
σφαίρα η [sféra] Ο25 : I1.(γεωμ.) στερεό που προκύπτει από την περιστροφή ενός ημικυκλίου γύρω από τη διάμετρό του και στο οποίο όλα τα σημεία της επιφάνειάς του απέχουν ίσα από ένα κέντρο. 2. αντικείμενο που έχει το σχήμα σφαίρας: Kρυστάλλινη ~. Λαστιχένια ~, μπάλα. α. Γήινη ~ / υδρόγειος ~, η γη. Ουράνια* ~. ΦΡ ~ είναι και γυρίζει, για να δηλώσουμε το ευμετάβλητο της τύχης. β. μεταλλική σφαίρα που χρησιμοποιείται σε αθλητικά αγωνίσματα. || η ρίψη της σφαίρας· σφαιροβολία. 3. (μτφ.) περιοχή δράσης, δικαιοδοσίας: Xώρες που ανήκουν στη ~ επιρροής των HΠA. Θέματα που ανήκουν στη ~ της δικής μου αρμοδιότητας. Yποθέσεις που ανήκουν στη ~ της φαντασίας. Έργα που ανήκουν στις υψηλές σφαίρες της διανόησης. II. βλήμα πιστολιού, τουφεκιού ή πολυβόλου: Tραυματίστηκε / χτυπήθηκε από ~. Οι σφαίρες έπεφταν σαν βροχή. Σφύριζαν οι σφαίρες. Πετάχτηκε σαν ~, κινήθηκε με μεγάλη ταχύτητα. || (ως επίρρ.) πολύ γρήγορα: Nα πας και να ΄ρθεις ~. σφαιρίδιο το YΠΟKΟΡ α. μικρή σφαίρα· μπίλια. || (ειδικότ.) η μικρή μολυβένια μπάλα που έριχναν στην κάλπη, στη θέση του σημερινού ψηφοδελτίου. β. στη σημ. II· σκάγι.

[λόγ.: Ι1: αρχ. σφαῖρα· I2α: ελνστ. σημ.· I2β: σημδ. αγγλ. shot· I3: σημδ. γαλλ. sphère < λατ. sphaera < αρχ. σφαῖρα· ΙΙ: σημδ. γαλλ. balle· λόγ. < μσν. σφαιρίδιον < σφαίρ(α) -ίδιον]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go