Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συντροφιά
4 items total [1 - 4]
συντροφία η [sindrofía] Ο25 : Σία.

[λόγ. σύντροφ(ος) -ία μτφρδ. γαλλ. compagnie]

συντροφιά η [sindrofxá] Ο24 : 1α.η παρουσία ενός προσώπου κοντά σε κάποιο άλλο για κοινωνική συναναστροφή, για ηθική συμπαράσταση, για φιλική εξυπηρέτηση κτλ.: Είμαι πολύ μόνος, μου λείπει η ~ / η ~ των φίλων. Δε μου αρέσει η ~ αυτού του ανθρώπου, η συναναστροφή μαζί του. H γιαγιά έχει ~ τα εγγονάκια της. (έκφρ.) κάνω / κρατώ ~ σε κπ., τον συντροφεύω: Έλα το απόγευμα να μου κάνεις ~. Όταν ήμουν άρρωστη, μου κρατούσαν ~ οι φίλες μου. β. (ως επίρρ.) μαζί: Πήγαμε περίπατο ~. 2α. ομάδα, σύνολο φιλικών προσώπων, φιλικός κύκλος· παρέα1: Είμαστε μια χαρούμενη ~. Είναι κοινωνικός άνθρωπος και έχει πολλές συντροφιές. Ήρθε με τη ~ του. Έμπλεξε με κακές συντροφιές, συναναστροφές. β. όμιλος προσώπων που συνδέονται με κοινά ενδιαφέροντα: Λογοτεχνικές συντροφιές. || συνήθ. ως τίτλος μικρών οργανωμένων ομίλων: Φιλολογική Συντροφιά.

[μσν. συντροφία με συνίζ. για αποφυγή της χασμ., ελνστ. σημ.: `συναναστροφή΄]

συντροφιάζω [sindrofxázo] Ρ2.1α μππ. συντροφιασμένος : (λογοτ.) κάνω συντροφιά, συνήθ. στη μππ.

[μσν. συντροφιάζω < σύντρο φ(ος) -ιάζω]

συντροφιαστός -ή -ό [sindrofxastós] Ε1 : (λαϊκότρ., οικ.) που βρίσκεται συντροφιά με κπ.: Πήραν συντροφιαστές το δρόμο του γυρισμού. συντροφιαστά ΕΠIΡΡ.

[συντροφιασ- (συντροφιάζω) -τός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go