Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συντακτικό
3 items total [1 - 3]
συντακτικό το [sindaktikó] Ο38 : (γραμμ.) το μέρος της γραμματικής που ασχολείται με τη σύνταξη, καθώς και το σχετικό σχολικό μάθημα ή βιβλίο: Tο ~ της αρχαίας / της νέας ελληνικής. Έχουμε δύο φορές την εβδομάδα ~.

[λόγ. ουσιαστικοπ. ουδ. του ελνστ. επιθ. συντακτικός `που οργα νώνει΄ κατά τη σημ. της λ. σύνταξη2]

συντακτικός 1 -ή -ό [sindaktikós] Ε1 : I1.που έχει σχέση με τη σύνταξη ή με το συντακτικό: Συντακτικό λάθος, σολοικισμός. Συντακτική ανάλυση μιας πρότασης. Συντακτικές και γραμματικές ασκήσεις. 2. (πληροφ.) που αναφέρεται στη σύνταξη μιας γλώσσας προγραμματισμού. II. που έχει σχέση με τη σύνταξη ή με τους συντάκτες ενός εντύπου: H συντακτική επιτροπή / το συντακτικό προσωπικό μιας εφημερίδας / ενός περιοδικού.

[λόγ.: I1: ελνστ. συντακτικός `που οργανώνει΄, κατά τη σημ. της λ. σύντα ξη2 σημδ. γαλλ. syntaxique < syntaxe < ελνστ. σύνταξις· Ι2: σημδ. αγγλ. syntax (< ελνστ. σύνταξις)· ΙΙ: κατά τη σημ. του συντάκτης]

συντακτικός 2 -ή -ό : που έχει σχέση με το σύνταγμα 1, με τη σύνταξη ή με την τροποποίηση του συντάγματος: Συντακτική πράξη, με την οποία καταργείται ή τροποποιείται μια διάταξη του συντάγματος. Συντακτική συνέλευση, που συγκαλείται για να συντάξει ένα σύνταγμα· (πρβ. εθνοσυνέ λευση).

[λόγ. < ελνστ. συντακτικός `που οργανώνει΄ κατά τη λ. σύνταγμα 1 σημδ. γαλλ. constituant]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go