Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συναισθησία
1 item total
συναισθησία η [sinesθisía] Ο25 : (φυσιολ., ψυχ.) φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη αντίληψη ενός αισθήματος συμπληρωματικού του κύριου και φυσιολογικού και το οποίο αφορά ένα άλλο σημείο του σώματος ή ένα άλλο αισθητήριο όργανο, όπως π.χ. όταν ένας ήχος γεννά την εντύπωση του χρώματος.

[λόγ. < γαλλ. synesthésie < αρχ. συναίσθησ(ις) -ie = -ία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go