Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συνήθως
1 item total
συνήθως [siníθos] επίρρ. : κατά κανόνα, τις περισσότερες φορές: ~ αργεί. Tο φθινόπωρο ~ βρέχει. Έγινε και σήμερα ό,τι γίνεται ~. (έκφρ.) ως* ~.

[λόγ. < αρχ. συνήθως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go