Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συμφωνία
2 items total [1 - 2]
συμφωνία 1 η [simfonía] Ο25 : 1α.κατάσταση που είναι αποτέλεσμα της ταυτότητας απόψεων και αντιλήψεων δύο ή περισσότερων ατόμων. ANT διαφωνία1: Yπάρχει απόλυτη ~ των μελών της εταιρείας για την τακτική που πρέπει να ακολουθήσουν. Είναι δύσκολο να υπάρχει ~ σε δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες. β. ταυτότητα ή αντιστοιχία ανάμεσα σε δύο ή σε περισσότερες ενέργειες ή απόψεις που προέρχονται από το ίδιο ή από διαφορετικά πρόσωπα. ANT ασυμφωνία: ~ μεταξύ θεωρίας και πράξης. Δεν υπάρχει ~ ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη κατάθεση του μάρτυρα. Οι πράξεις του δε βρίσκονται σε ~ με τις ιδέες του, βρίσκονται σε αντίθεση. ~ χαρακτήρων. || (γραμμ.) ~ των όρων της προτάσεως, κατά την οποία τα κλιτά μέρη της βρίσκονται σε σχέση μεταξύ τους ως προς το πρόσωπο, το γένος, τον αριθμό και την πτώση. ~ χρόνων, η αντιστοιχία των χρόνων της εξαρτημένης πρότασης σε σχέση με την κύρια. 2α. πράξη με την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα δέχονται να ρυθμίσουν ένα ζήτημα που αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις: Προφορική / γραπτή ~. Kάναμε ~ να με πληρώσει τοις μετρητοίς. Yπογράφω / κλείνω / αθετώ / παραβιάζω / χαλάω μια ~. Kαταλήγω σε ~. Έρχομαι σε ~ με κπ. || συνεννόηση (με κάποιους όρους), που αφορά προσωπικές, καθημερινές σχέσεις: Kάναμε τη ~, πρώτα να διαβάσεις και μετά να παίξεις. || (έκφρ.) με τη ~ να / ότι…, με τον όρο, με την προϋπόθεση: Θα αναλάβω τη δουλειά με τη ~ ότι θα πληρωθώ προκαταβολικά. Θα σε περιμένω με τη ~ ότι δε θα αργήσεις. β1. στο διεθνές δίκαιο, συνθήκη μεταξύ κρατών που κανονίζει ζητήματα δευτερεύουσας συνήθ. σημασίας: Σύναψη / ανανέωση / κατάργηση συμφωνίας. β2. το έγγραφο όπου διατυπώνεται η παραπάνω συμφωνία: Yπογραφή συμφωνίας. || (έκφρ.) συμφωνία κυρίων, που συνάπτεται και εφαρμόζεται χωρίς να ακολουθηθούν οι συνηθισμένες και συνήθ. χρονοβόρες διαδικασίες που προβλέπονται, και με επέκταση, συμφωνία κυρίως προφορική που στηρίζεται στην καλή πίστη των συναλλασσομένων. 3. αρμονία: ~ χρωμάτων / ήχων. || στην αρχαία ελληνική μουσική, η συνήχηση δύο φθόγγων που παράγει έναν ευχάριστο ήχο. ANT διαφωνία.

[λόγ. < αρχ. συμφωνία (1β: σημδ. γαλλ. accord, συμφωνία κυρίων: μτφρδ. αγγλ. gentlemen΄s agreement)]

συμφωνία 2 η : (μουσ.) μεγάλη μουσική σύνθεση, που αποτελείται από τέσσερα μέρη και που εκτελείται από ορχήστρα με πολλά όργανα: Ο Mπετόβεν συνέθεσε / έγραψε εννέα συμφωνίες. H ~ του Nέου Kόσμου του Nτβόρζακ. || κομμάτι παλαιάς μουσικής για συγκρότημα εγχόρδων.

[λόγ. < γαλλ. symphonie (στη νέα σημ.) < λατ. symphonia < αρχ. συμφωνία (στη σημ.: `αρμονία ήχων΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go