Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: στόφα
1 item total
στόφα η [stófa] Ο25 : 1. είδος πολυτελούς υφάσματος του οποίου η ύφανση σχηματίζει σχέδια που προεξέχουν και που χρησιμοποιείται συνήθ. σε ταπετσαρίες: Σαλόνι με χρυσή ~. Kουρτίνες από βαριά ~. Στα παράθυρα κρέμονταν στόφες, κουρτίνες από στόφα. || γενικά, κάθε γυαλιστερό ύφασμα ταπετσαρίας. 2. (μτφ.) τα στοιχεία του χαρακτήρα που συγκροτούν την προσωπικότητα ενός ατόμου: Ο Bενιζέλος είχε τη ~ μεγάλου πολιτικού. Δεν είμαστε όλοι από τη ~ των ηρώων.

[ιταλ. stoffa]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go