Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: στρέφω
1 item total
στρέφω [stréfo] -ομαι Ρ4 παθ. αόρ. στράφηκα, απαρέμφ. στραφεί, μππ. στραμμένος : 1.γυρίζω, μετακινώ κτ. γύρω από τον πραγματικό ή το νοητό άξονά του αλλάζοντάς του κατεύθυνση ή μέτωπο: ~ τα νώτα / το σώ μα / το βλέμμα / το πρόσωπό μου. Στράφηκε προς το μέρος μας. (έκφρ.) ~ τα νώτα μου, παραιτούμαι από μια προσπάθεια, αδιαφορώ, εγκαταλεί πω κτ., περιφρονώ κπ. ~ το πρόσωπό* μου από κτ. || (παθ.) έχω, παίρνω ορισμένη κατεύθυνση: Tα δωμάτια είναι στραμμένα προς τη θάλασσα. Tα λουλούδια στρέφονται προς τον ήλιο. 2. (μτφ.) αλλάζω κατεύθυνση, στά ση απέναντι σε κπ. ή σε κτ., κατευθύνω: Προσπάθησαν να στρέψουν την προσοχή του αλλού. Ο έλεγχος της εφορίας πρέπει να στραφεί προς τους φοροφυγάδες. Στρέφομαι εναντίον κάποιου. Tο ενδιαφέρον του κοινού είναι στραμμένο προς τα οικονομικά θέματα. 3. (παθ.) α. κινούμαι, γυρίζω γύρω από ένα σημείο, από έναν άξονα, περιστρέφομαι: H Σελήνη στρέφεται γύρω από τη Γη. H Γη στρέφεται γύρω από τον άξονά της. Ο τροχός στρέφεται γύρω από ένα σταθερό άξονα. β. (μτφ.) έχω ως κέντρο, ως κεντρικό θέμα: H συζήτηση στρέφεται γύρω από συγκεκριμένα θέμα τα.

[λόγ. < αρχ. στρέφω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go