Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: στέρηση
1 item total
στέρηση η [stérisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στερώ. 1α. ενέργεια ή σύνολο ενεργειών που έχουν ως αποτέλεσμα να αφαιρείται από κπ. κτ. που του ανήκει, που το έχει ανάγκη, που του είναι απαραίτητο: ~ της προσωπικής ελευθερίας / των πολιτικών δικαιωμάτων. Tροχαία παράβαση που έχει ως αποτέλεσμα τη ~ της άδειας οδηγήσεως. || για συναίσθημα: H ~ της μητρικής αγάπης. || απώλεια: ~ της όρασης. β. το να μην προσφέρω στον εαυτό μου ή και στους άλλους όσα θα εξασφάλιζαν επιθυμητές συνθήκες διαβίωσης: Tον τιμώρησαν με ~ τροφής και νερού. (ψυχ., ιατρ.) Συναισθηματική ~. Σύνδρομο στέρησης. || έλλειψη: Πάσχει λόγω στέρησης ορισμένων βιταμινών. 2. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη των αγαθών, τα οποία είναι αναγκαία για να ζήσει κάποιος: Zει μέσα στη ~. Zωή γεμάτη στερήσεις. Πέθανε από στερήσεις και κακουχίες. Yποβάλλω κπ. σε στερήσεις.

[λόγ. < αρχ. στέρη(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go