Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σκύβω
1 item total
σκύβω [skívo] Ρ4α μππ. σκυμμένος : γέρνω το σώμα προς τα εμπρός και κάτω: Έσκυψε από το παράθυρο για να δει καλύτερα. Mη σκύβεις από το μπαλκόνι, θα πέσεις! Έσκυψε να πάρει το μαντίλι από το πάτωμα. Σκύβει και μου λέει στ΄ αυτί… || ~ το κεφάλι και: α. ως έκφραση: ~ το κεφάλι από ντροπή. Tον άκουγε με σκυμμένο το κεφάλι. β. ως ΦΡ υπακούω δουλικά, υποτάσσομαι: Δεν έσκυψαν το κεφάλι στον κατακτητή. || ~ πάνω από κπ. ή από κτ. και μτφ. ασχολούμαι με κπ. ή με κτ. με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αγάπη και προσοχή: Περιμένουμε από τις νέες γενιές να σκύψουν με αγάπη πάνω από το σολωμικό έργο. || Όλη μέρα σκυμμένος στα χαρτιά και στα βιβλία του.

[μσν. σκύ(φτω) μεταπλ. -βω με βάση το συνοπτ. θ. σκυψ- κατά το σχ.: τριψ- (έτριψα) - τρίβω, < σκύπτω (ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft] ) < αρχ. κύπτω (ανάπτ. προτακτ. [s] ;)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go