Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σιδηροπαγής
1 item total
σιδηροπαγής -ής -ές [siδiropajís] Ε10 : (τεχν.) σιδηροπαγές σκυρόδεμα, το μπετόν αρμέ.

[λόγ. σιδηρο- + αρχ. -παγής (θ. του αρχ. πήγνυμι `στερεώνω΄, δες στο πήζω) κατά το συμπαγής]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go