Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σημαντικός
2 items total [1 - 2]
σημαντικός 1 -ή -ό [simandikós] Ε1 : 1α. που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, που έχει μεγάλη σημασία και που κατά συνέπεια αξίζει την προσοχή και το ενδιαφέρον μας· αξιόλογος: Σημαντική ερώτηση. Σημαντικό βιβλίο. Πήραμε σημαντικές αποφάσεις. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην υπό θεση. Tα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς που πέρασε. || Είναι πολύ σημαντικό να…, αξίζει να… β. για κτ. του οποίου το μέγεθος είναι πολύ μεγάλο: Σημαντική δαπάνη. Σημαντικά κέρδη. Yπάρχουν σημαντικές διαφορές. Ήρθε με σημαντική καθυστέρηση. 2. (για πρόσ.) που παίζει πο λύ σπουδαίο ρόλο σε κπ. τομέα, του οποίου η ηθική, κοινωνική, επιστημονική κτλ. επίδραση είναι πολύ μεγάλη: ~ επιστήμονας / καλλιτέχνης. Συναντήθηκα με σημαντικά πρόσωπα. σημαντικά ΕΠIΡΡ: Yστερούσε ~ σε εξυπνάδα, πάρα πολύ.

[λόγ. < αρχ. σημαντικός `που δίνει σημάδι΄ σημδ. γαλλ. significatif & αγγλ. significant]

σημαντικός 2 -ή -ό : 1. που έχει ένα συγκεκριμένο νοηματικό περιεχόμενο, που δηλώνει, που σημαίνει κτ.: Γλώσσημα είναι η ελάχιστη ενότητα με αξία σημαντική. || (γραμμ.): Tα κινήσεως σημαντικά ρήματα, που σημαίνουν κίνηση. 2. (ως ουσ.) η σημαντική: α. σημασιολογία. β. σημειολογία.

[λόγ.: 1: < σημαντικός 1 σημδ. γαλλ. significatif· 2: σημδ. γαλλ. sémantique (στη νέα σημ.) < υστλατ. semanticus < αρχ. σημαντικός (δες στο σημαντικός 1)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go