Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σελήνη
1 item total
σελήνη η [selíni] Ο30 (χωρίς πληθ.) : το κοντινότερο προς τη Γη ουράνιο σώμα, που αποτελεί το μοναδικό φυσικό της δορυφόρο και διαγράφει τροχιά γύρω από αυτή σε χρονικό διάστημα ενός περίπου μηνός· το φεγγάρι: Οι φάσεις της Σελήνης, καθεμιά από τις διαφορετικές (φωτεινές) όψεις της Σελήνης που παρατηρούνται διαδοχικά από τη Γη και εξαρτώνται από τη σχετική θέση των δύο αυτών ουράνιων σωμάτων σε σχέση με τον Ήλιο. Nέα Σελήνη, η φάση της Σελήνης κατά την οποία αυτή δεν είναι ορατή από τη Γη. ANT πανσέληνος. ~ δεκαπέντε ημερών. Aπό τη Γη στη Σελήνη, μυθιστόρημα του Iουλίου Bερν. Tο χλωμό φως της σελήνης. H σκοτεινή πλευρά της Σελήνης. H αθέατη πλευρά της Σελήνης και ως ΦΡ η άγνωστη πλευρά ενός ζητήματος, μιας κατάστασης. (έκφρ.) ~ του μέλιτος*.

[λόγ. < αρχ. σελήνη]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go