Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σίκαλη
1 item total
σίκαλη η [síkali] Ο33 : δημητριακό φυτό της οικογένειας των αγρωστοειδών· η βρίζα: Yβρίδια σίκαλης. || Ψωμί από ~. Φρυγανιές σικάλεως, που γίνονται από αλεύρι σίκαλης.

[μσν. σίκαλ(ις) -η ίσως μεσογειακή λ. (πρβ. λατ. secale, [seká-] )]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go