Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ρώγα
1 εγγραφή
ρώγα η [róγa] Ο25 : 1.οι μικροί σφαιρικοί καρποί που αποτελούν το τσαμπί του σταφυλιού· ράγα21: Σε μια ~ από σταφύλι έπεσαν οκτώ σπουργίτια. ΠAΡ ΦΡ μάζευε κι ας είν΄ και ρώγες, και τα μικρά και ευτελή πράγματα ενδεχομένως να φανούν χρήσιμα στο μέλλον. 2. η θηλή του μαστού· ράγα22. 3. το εσωτερικό μέρος της άκρης των δαχτύλων.

[αρχ. ῥώξ, αιτ. ῥῶγα (στη σημ. 1)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες