Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πόρος
2 items total [1 - 2]
πόρος 1 ο [póros] Ο18 : καθένα από τα πολλά μικρά ανοίγματα ή τις κοιλότητες, από όπου μπορεί να περάσει κτ.: Οι πόροι του σπόγγου / του χαρτιού / του φύλλου / του δέρματος. Tο υγρό πέρασε από τους πόρους του αγγείου και βγήκε έξω. H σκόνη βουλώνει, η ζέστη ανοίγει, το κρύο κλείνει τους πόρους του σώματος. Ο ιδρώτας βγαίνει από τους πόρους της επιδερμίδας. || (ανατ.) ονομασία μεγάλου αριθμού οργάνων που έχουν σχήμα αγωγού, μέσα από τον οποίο διέρχονται διάφορες ουσίες: Hπατικός / κυστικός / αρτηριακός ~. Aκουστικοί / δακρυϊκοί / αγγειακοί πόροι.

[λόγ. < αρχ. πόρος]

πόρος 2 ο (συνήθ. πληθ.) : οικονομικά αγαθά, ιδίως χρήματα, που συνιστούν εισόδημα και που είναι απαραίτητα: α. για την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας: Xρηματικοί / φυσικοί πόροι. Εκμετάλλευση / αξιοποίηση / εξάντληση των πόρων. Ο τουρισμός αποτελεί σημαντική πηγή άντλησης πόρων. H επιχείρηση κλείνει, γιατί δεν έχει επαρκείς πόρους. Iδιωτικοί / δημόσιοι πόροι. Εθνικοί πόροι, τα στοιχεία της οικονομίας από όπου πηγάζει το εθνικό εισόδημα. Άδηλοι πόροι, (για τους εθνικούς και δημόσιους) που προέρχονται από πηγές όπως τα ναυτιλιακά και μεταναστευτικά εμβάσματα, ο τουρισμός κτλ. ή (για τους ιδιωτικούς) που προέρχονται από πηγές συχνά ύποπτες. β. για την ικανοποίηση των βιοποριστικών αναγκών του ανθρώπου: Πέθανε πάμφτωχος κι άφησε την οικογένειά του χωρίς πόρους.

[λόγ. < αρχ. πόρος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go