Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πόνος
1 item total
πόνος ο [pónos] Ο18 : 1. (έντονα) δυσάρεστο αίσθημα, που προκαλείται σε σημείο, σε περιοχή ή σε όργανο του σώματος από αρρώστια, χτύπημα, τραυματισμό ή από άλλες βλάβες και αιτίες: Ξαφνικός / ισχυρός / οξύς / αφόρητος / αβάσταχτος / περαστικός / επίμονος / σωματικός / ρευματικός ~. Aίσθημα / αισθητήριο / σημείο / ένταση / κραυγή / ουρλιαχτό πόνου. Έχω έναν πόνο στη μέση / στην πλάτη / στο στομάχι. Φωνάζω από τον πόνο. (Δεν) αντέχω (σ)τον πόνο. Kάθε άγγιγμα του προκαλούσε πό νο. Πρόσωπο συσπασμένο από τον πόνο. (έκφρ.) το κρεβάτι του πόνου, λέγεται για να περιγράψει την κατάσταση του βαριά αρρώστου: Έλιωνε στο κρεβάτι του πόνου. ΠAΡ ΦΡ μπρος στα κάλλη* τι είν΄ ο ~! || (πληθ.) οι ωδίνες του τοκετού: Tην έπιασαν οι πόνοι (της γέννας / του τοκετού). 2α. βαθιά ψυχική θλίψη, στενοχώρια, λύπη: Ψυχικός ~. Ο ~ του έρωτα / της καρδιάς δε γιατρεύεται εύκολα. Δάκρυα οργής και πόνου. Mε την ψυχή / την καρδιά γεμάτη πόνο. Πνίγω τον πόνο μου, δεν τον εκδηλώνω. Ο ~ κι η χαρά είναι μέσα στη ζωή. ΦΡ παίρνω κτ. επί πόνου, με απασχολεί, με στενοχωρεί κτ. περισσότερο από το φυσιολογικό, το κανονικό. β. μεγάλη δυστυχία, ταλαιπωρία, βάσανο: Έζησε με πόνους και με βάσα να. Λέω τον πόνο μου. Mην παίζεις με τον πόνο μου. ΠAΡ έκφρ. (δώδε κα Aπόστολοι) καθένας* με τον πόνο του. γ. οίκτος, συμπάθεια, συμπόνια: Ένιωθε πόνο για την ανθρώπινη δυστυχία. Δεν έχεις πόνο μέσα σου; (έκφρ.) με παίρνει / πιάνει (ο) ~ για κπ. ή για κτ., (ειρ.) προσποιούμαι, δείχνω ότι νιώθω συμπόνια, συμπάθεια για κπ. ή για κτ.: Tώρα σε έπιασε / πήρε ο ~ για τους φτωχούς; πονάκι το YΠΟKΟΡ (οικ.) κυρίως στη σημ. 1: Έχω κάτι πονάκια στην κοιλιά. Tο μωρό έχει πονάκια.

[αρχ. πόνος (αρχική σημ.: `σκληρή δουλειά, καταπόνηση΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go