Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: προστατεύω
1 item total
προστατεύω [prostatévo] -ομαι Ρ5.1, Ρ5.2 μπε. προστατευόμενος*, μππ. προστατευμένος : 1α. φροντίζω για την ασφάλεια κάποιου, τον προφυλάγω από κινδύνους και γενικότερα, του εξασφαλίζω την υλική και την ηθική υποστήριξη: ~ το παιδί μου από τα ατυχήματα / από κακές συναναστροφές. ~ την υγεία μου. H αστυνομία προστατεύει τους πολίτες. Tα ευαγή ιδρύματα προστατεύουν τους άπορους γέροντες. Aγαπώ και ~ τα ζώα. || (μειωτ.) υποστηρίζω κπ. μεροληπτικά ή και παράνομα: Tον προστατεύουν υψηλά ιστάμενα πρόσωπα. Ποιοι προστατεύουν τους καταπατητές των δασών; β. με τη δράση μου ή με τη συμπεριφορά μου συμβάλλω στη διατήρηση ή στη σωτηρία κάποιου (κοινού) αγαθού: Πρέπει να προστατεύουμε το περιβάλλον από τη μόλυνση. Θα προστατέψω την πατρίδα από τους εχθρούς, θα την υπερασπιστώ. ~ τους νόμους / το δημοκρατικό πολίτευμα. ~ την ελευθερία μου / την αξιοπρέπειά μου. γ. για κτ. (μέσο, σύστημα κτλ.) που εμποδίζει να συμβεί κτ. δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο: Tα τείχη προστάτευαν τις πόλεις. Οι κλειδαριές ασφαλείας προστατεύουν τα σπίτια από τους διαρρήκτες. || για κτ. που σκεπάζει, καλύπτει: Tα μάλλινα ρούχα προστατεύουν από το κρύο. H τέντα προστατεύει από τον ήλιο. || δίνω ανοσία ή αυξάνω την αντίσταση του οργανισμού: Tα εμβόλια προστατεύουν από πολλές αρρώστιες. δ. εξασφαλίζω σε κπ. ένα δικαίωμα, με νομική κάλυψη: Ο νόμος προστατεύει τους μικροϊδιοκτήτες. Tο σύνταγμα προστατεύει την ελευθερία της γνώμης. Tα ανθρώπινα δικαιώματα προστατεύονται από διεθνείς οργανισμούς. 2. υποστηρίζω μια δραστηριότητα. α. ~ τις επιστήμες / τις τέχνες / τα γράμματα, για ηγέτη ή για πλούσιο χορηγό που ενισχύει υλικά ή ηθικά τους δημιουργούς. β. (οικον.) παρεμβαίνω για να στηρίξω την εγχώρια παραγωγή, εφαρμόζω τον προστατευτισμό.

[λόγ. < ελνστ. προστατεύω `είμαι φύλακας΄, αρχ. σημ.: `είμαι ηγέτης΄ & σημδ. γαλλ. protéger]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go