Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: προσκόλληση
1 item total
προσκόλληση η [proskólisi] Ο33 : η ενέργεια αυτού που προσκολλάται σε κπ. ή σε κτ. 1α. υπερβολική αφοσίωση σε κπ. ή εξάρτηση από κπ.: H ~ στους γονείς του δεν τον άφησε να γίνει ανεξάρτητο άτομο. β. εμμονή σε μια ιδέα ή ιδεολογία ή αποκλειστική απασχόληση με κτ.: H ~ στο παρελθόν δεν του επιτρέπει να οραματιστεί το μέλλον. H ~ των παιδιών στα ηλεκτρονικά παιχνίδια περιορίζει τη σκέψη τους. 2. η ενοχλητική και επίμονη παρουσία κάποιου σε μια συντροφιά στην οποία δεν έχει προσκλη θεί. (έκφρ.) κάποιος είναι της προσκολλήσεως, για απρόσκλητο και ενοχλητικό άτομο. Όλοι την αποφεύγουν, γιατί είναι της προσκολλήσεως. 3. (στρατ.) προσωρινή τοποθέτηση ανδρών σε κάποιο στρατιωτικό τμήμα.

[λόγ. < ελνστ. προσκόλλη(σις) `κόλλημα σε κτ.΄ -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go