Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: προσβάλλω
1 item total
προσβάλλω [prozválo] -ομαι Ρ πρτ. προσέβαλλα και πρόσβαλλα, αόρ. προσέβαλα και πρόσβαλα, απαρέμφ. προσβάλει, παθ. αόρ. προσβλήθη κα, γ' πρόσ. (λόγ.) και προσεβλήθη, προσεβλήθησαν, απαρέμφ. προσβλη θεί, μππ. προσβλημένος και (λόγ.) προσβεβλημένος* : 1. επιτίθεμαι, κάνω επίθεση εναντίον κάποιου στόχου: ~ το οχυρό / την πόλη / τις θέσεις του εχθρού / τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις. 2α. ενεργώ, δρω βλαπτικά, βλάπτω ή κάνω να νοσήσει: Ο ιός προσβάλλει το νευρικό / το πεπτικό σύστη μα / τις αμυγδαλές. Προσβλήθηκε από καρκίνο / από μια σπάνια ασθένεια. H ελιά προσβάλλεται από το δάκο. β. δρω προκαλώντας βλάβη, αλλοίωση: Tα αλλαντικά / τα τρόφιμα προσβλήθηκαν από μικροοργανισμούς. 3. φέρομαι κατά τρόπο υβριστικό, μειωτικό απέναντι σε κπ. ή σε κτ., θίγω την τιμή, την υπόληψη κάποιου: Δεν ανέχομαι να με προσβάλλουν. ~ τη δημόσια αιδώ. Tον πρόσβαλε μπροστά σε κόσμο. 4. αμφισβητώ το κύρος, την εγκυρότητα, δεν αποδέχομαι κτ.: Προσέβαλε τη διαθήκη / το συμβόλαιο / την απόφαση.

[λόγ.: 1: αρχ. προσβάλλω· 2, 4: σημδ. γαλλ. attaquer· 3: σημδ. γαλλ. offenser]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go