Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
| 294 εγγραφές [71 - 80] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- προσήλιος -α -ο [prosílios] Ε6 & [prosí
os] Ε4 : α. (για τόπο, οίκημα κτλ.) που το φως, οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν επάνω του για μεγάλο διάστη μα της ημέρας, που τον βλέπει, τον χτυπάει ο ήλιος. ANT ανήλιος: Προσήλιο μέρος / χωριό / σπίτι / διαμέρισμα. β. (ως ουσ.) το προσήλιο, ο τόπος, το μέρος που το βλέπει ο ήλιος για μεγάλο διάστημα της μέρας. ANT ανήλιο. [β: ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. προσήλιος· α: λόγ. < αρχ. προσήλιος]
- προσηλυτίζω [prosilitízo] -ομαι Ρ2.1 : πείθω κπ. να ακολουθήσει τη θρησκεία, το δόγμα που πρεσβεύω: Προσπάθησαν να τον προσηλυτίσουν οι μάρτυρες του Iεχωβά. || (επέκτ.) προσελκύω κπ., τον πείθω να γίνει οπαδός ιδίως των ιδεολογικών, των φιλοσοφικών, των πολιτικών μου απόψεων: Προσηλυτίστηκε από τους ακροδεξιούς / τους εθνικιστές.
[λόγ. προσήλυτ(ος) -ίζω μτφρδ. αγγλ. proselytize < ελνστ. προσήλυτος]
- προσηλυτισμός ο [prosilitizmós] Ο17 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσηλυτίζω: Tον 9ο μ.X. αι. επιχειρήθηκε ο ~ των Bουλγάρων στον καθολικισμό. Aπαγορεύεται ο ~ που γίνεται σε βάρος της επίσημης θρησκείας.
[λόγ. προσηλυτισ- (προσηλυτίζω) -μός μτφρδ. αγγλ. proselytism (< proselytize = προσηλυτίζω)]
- προσηλυτιστικός -ή -ό [prosilitistikós] Ε1 : που αναφέρεται στον προσηλυ τισμό ή που έχει σχέση με αυτόν.
[λόγ. προσηλυτισ- (προσηλυτίζω) -τικός]
- προσήλυτος -η -ο [prosílitos] Ε5 : (συνήθ. ως ουσ.) ο προσήλυτος, αυτός που άλλαξε θρήσκευμα, δόγμα, που προσχώρησε σε άλλη θρησκεία. || (επέκτ. και ειρ.) αυτός που άλλαξε (ιδεολογικό, πολιτικό κτλ.) φρόνημα.
[λόγ. < ελνστ. προσήλυτος `εθνικός που έγινε Ιουδαίος ή Χριστιανός΄]
- προσηλώνω [prosilóno] -ομαι Ρ1 : 1. κατευθύνω και κρατώ σταθερά, συγκεντρώνω αποκλειστικά το βλέμμα, την προσοχή, τη σκέψη μου κτλ. σε κτ.: Είχε προσηλώσει το βλέμμα του στην οθόνη της τηλεόρασης. Προσή λωσε την προσοχή του στην οδήγηση. 2. (παθ.) κατευθύνομαι και επιμέ νω σταθερά σε κτ., αφιερώνομαι ολοκληρωτικά σε αυτό: Είναι σταθερά προσηλωμένος στις αρχές της δημοκρατίας. H κυβέρνηση είναι προσηλωμένη στην οικονομία της αγοράς.
[λόγ. < αρχ. προσηλ(ῶ) -ώνω (αρχική σημ.: `καρφώνω΄)]
- προσήλωση η [prosílosi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσηλώνω. 1. η σταθερή κατεύθυνση, η συγκέντρωση του βλέμματος, της προσοχής, της σκέψης κτλ. σε κτ. 2. η συγκέντρωση, η σταθερή επιμονή, η αφοσίωση, η προσκόλληση σε κτ.: Iσχυρή / σταθερή / φανατική / δογματική ~. H ~ στην εθνική παράδοση / στις δημοκρατικές αρχές / στην Ευρωπαϊκή Ένωση. H μονομερής ~ στους τύπους καταστρέφει την ουσία.
[λόγ. < ελνστ. προσήλω(σις) -ση `κάρφωμα΄]
- προσημειώνω [prosimióno] -ομαι Ρ1 : (νομ.) εγγράφω προσημείωση υποθήκης.
[λόγ. προσημεί(ωσις) -ώ > -ώνω (αναδρ. σχημ.) (διαφ. το ελνστ. προσημειοῦμαι `κάνω πρόβλεψη΄)]
- προσημείωση η [prosimíosi] Ο33 : (νομ.) ~ υποθήκης, η ενέργεια με την οποία ο δανειστής, ύστερα από απόφαση του δικαστηρίου, γράφει μια σημείωση στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου, για να προστατευτεί από το ενδεχόμενο ο οφειλέτης του να εκποιήσει την περιουσία του ή να γράψει άλλη υποθήκη.
[λόγ. προ- σημείω(σις) -ση μτφρδ. γαλλ. prénotation hypothécaire (διαφ. το ελνστ. προσημείωσις `πρόγνωση΄)]
- πρόσημο το [prósimo] Ο42 : (μαθημ.) σύμβολο που χρησιμοποιείται στην άλγεβρα και τοποθετείται μπροστά από τους αριθμούς και τους χαρακτηρίζει ως θετικούς ή αρνητικούς: Θετικό ~. Aρνητικό ~. || (επέκτ.) (θετικός ή αρνητικός) χαρακτηρισμός, αξιολόγηση.
[λόγ. προ- σήμ(α) -ον μτφρδ. γερμ. Vorzeichen]



