Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: προμήθεια
1 item total
προμήθεια η [promíθia] Ο27 : 1. ο εφοδιασμός κάποιου με κτ., η αγορά απαραίτητων ειδών, υλικών: ~ τροφίμων / φαρμάκων. Έκανε τις απαραίτητες προμήθειες για το ταξίδι / για το χειμώνα. Kρατικές προμήθειες, οι αγορές υλικών που πραγματοποιεί το δημόσιο για να καλύψει τις ανάγκες των υπηρεσιών του σε αναλώσιμα: H Yπηρεσία Kρατικών Προμηθειών προκήρυξε μειοδοτικό διαγωνισμό για την ~ γραφικής ύλης. 2. καθετί που προμηθεύεται κάποιος, το εφόδιο: Οι προμήθειές μας άρχισαν να εξαντλούνται. 3. η αμοιβή που καταβάλλεται σε κπ. για τη διαμεσολάβησή του σε μια συναλλαγή, αγοραπωλησία κτλ.: Ο μεσίτης πήρε μια γερή ~, μεσιτεία. Kρατικοί υπάλληλοι κατηγορήθηκαν ότι έπαιρναν παράνομες προμήθειες, μίζες.

[λόγ. < αρχ. προμήθεια `πρόβλεψη΄ σημδ. γαλλ. provision]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go