Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: προκαταλαμβάνω
1 item total
προκαταλαμβάνω [prokatalamváno] -ομαι Ρ (βλ. καταλαμβάνω) μππ. προκατειλημμένος* : επηρεάζω, πείθω κπ. να σχηματίσει για ένα θέμα γνώμη εκ των προτέρων, με βάση τη δική μου άποψη και πριν να το μελετήσει ο ίδιος: Tον προκατέλαβαν εναντίον μου. Δε θέλω να σε προκαταλάβω.

[λόγ. < αρχ. προκαταλαμβάνω `κυριεύω από πριν΄ σημδ. γαλλ. préoccuper (παλ. σημ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go