Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: προβάλλω
1 item total
προβάλλω [proválo] -ομαι Ρ πρτ. προέβαλλα και πρόβαλλα, αόρ. προέβα λα και πρόβαλα, απαρέμφ. προβάλει, παθ. αόρ. προβλήθηκα, απαρέμφ. προβληθεί, λόγ. μππ. προβεβλημένος* : I. (μόνο ενεργ.) 1. κάνω την εμφάνισή μου, παρουσιάζομαι: Ένα όμορφο τοπίο πρόβαλε στα μάτια μας. Kαι να τος, προβάλλει ξαφνικά μπροστά μου! Προβάλλει ο ήλιος / το φεγγάρι. || (στο γ' πρόσ.): Προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για τη λήψη έκτακτων μέτρων. Άρχισαν να προβάλλουν τα προβλήματα / οι δυσκολίες. 2. εκτείνω, απλώνω κτ. προς τα εμπρός ή και προς τα έξω: Γεμάτος περιέργεια πρόβαλε το κεφάλι του από το παράθυρο, για να δει τι συμβαίνει. II1. (φυσ.) σχηματίζω (σε μεγέθυνση) φωτεινά είδωλα διάφορων αντικειμένων μέσο κατάλληλων οπτικών διατάξεων (φακών και προβολέων) πάνω σε οθόνη ή σε άλλη επιφάνεια. 2. (ειδικότ.) με κατάλληλα μηχανήματα αναπαράγω πάνω σε μια οθόνη (κινούμενες ή όχι) εικόνες και ήχους που έχουν αποτυπωθεί πάνω σε ειδικό φωτοπαθές υλικό (φιλμ, διαφάνεια) με συγκεκριμένη τεχνική (λήψη): Στο πλαίσιο της εκδήλωσης προβλήθηκαν ταινίες / διαφάνειες / σλάιντς. Ο κινηματογράφος μας προβάλλει δύο έργα. H ταινία θα προβληθεί προσεχώς. III1. παρουσιάζω κτ. (γεγονός, πρόσωπο, αντικείμενο) συστηματικά και σε μεγάλη έκταση, ώστε να γίνει ευρύτερα γνωστό, να πάρει δημοσιότητα: Οι γάμοι της γνωστής καλλιτέχνιδας προβλήθηκαν πολύ από τα μέσα ενημέρωσης. Δε χάνει ευκαιρία να προβάλλει τον εαυτό του. H έκθεση έγινε για να προβλη θούν στο εξωτερικό τα προϊόντα μας. Οι πράξεις βίας δεν πρέπει να προβάλλονται από την τηλεόραση. 2. εκφράζω κτ. με λόγια ή με ενέργειες, διατυπώνω (συνήθ. μια διαφωνία, αντίθεση, άρνηση), παρουσιάζω κτ. σε αντιπαράθεση προς κτ. άλλο: ~ αντιρρήσεις / επιχειρήματα / ισχυρισμούς / αξιώσεις. H Kίνα πρόβαλε βέτο στον ΟHΕ. Kαταδικάστηκε, επειδή πρόβαλε αντίσταση κατά αστυνομικών. IV1. (γεωμ.) αντιστοιχίζω ένα σημείο ή ένα σύνολο σημείων (μια γραμμή, ένα σχήμα) προς ένα άλλο επίπεδο ή προς μια γραμμή, με μια διαδικασία γεωμετρικά καθορισμένη· απεικονίζω: ~ ένα ευθύγραμμο τμήμα / ένα σχήμα πάνω σ΄ ένα επίπεδο. 2. αντιστοιχίζω, μεταφέρω, αποδίδω ιδιότητες ή χαρακτηριστικά ενός πράγματος σε κάποιο άλλο: Είναι λάθος να προβάλλονται ιδιότητες των εμψύχων στα άψυχα. V. (ψυχ.) ενεργώ, συμπεριφέρομαι ως υποκείμενο του φαινομένου της προβολήςIV, κάνω προβολήIV.

[Ι: αρχ. προβάλλω `βάζω μπροστά΄· ΙΙΙ2: λόγ. < αρχ. προβάλλω· ΙΙ, ΙΙΙ1, ΙV: λόγ. σημδ. γαλλ. projeter & αγγλ. project]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go