Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ποταμός
1 item total
ποταμός ο [potamós] Ο17 : 1. μεγάλο φυσικό ρεύμα γλυκού νερού που δημιουργείται είτε από πηγές είτε από ρυάκια και ρέει μέσα σε φυσικούς αύλακες της επιφάνειας της γης· ποτάμι1: Πηγή / κοίτη / όχθη / συμβολή / εκβολή / στόμιο / δέλτα ποταμού. Mεγάλος / μικρός / πλατύς / ορμητικός / πλωτός ~. Ο ~ σχηματίζει μαιάνδρους. Διευθέτηση / εκτροπή της κοίτης του ποταμού. Ο Δούναβης ~ είναι ο μεγαλύτερος της Ευρώπης. ΦΡ άνω ποταμών, για κτ. (λόγο ή ενέργεια) που ξεπερνάει τα όρια της λογικής, της ανοχής: Aυτό που είπες / που έκανες είναι άνω ποταμών. 2. (μτφ., κυρ. για υγρά) μεγάλη ποσότητα: Ποταμοί δακρύων / ιδρώτα / αίματος. || Συνέντευξη / ομιλία ~, που χαρακτηρίζεται από μεγάλη διάρκεια, έκταση, που ασχολείται με πολλά θέματα και εκφράζεται με λόγο συνεχή και ορμητικό. Mυθιστόρημα ~, που χαρακτηρίζεται από μεγάλη έκταση, που περιγράφει τη ζωή πολλών ανθρώπων για πολλές γενιές.

[1: αρχ. ποταμός· 2: λόγ. σημδ. γαλλ. fleuve]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go