Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πολυμερής
1 item total
πολυμερής -ής -ές [polimerís] Ε10 : 1. που αποτελείται, που συντίθεται από πολλά μέρη ή που αναφέρεται σε πολλούς τομείς. ANT μονομερής: Πολυμερείς συνομιλίες / διαπραγματεύσεις. ~ οικονομική ανάπτυξη. 2. που ασχολείται με πολλά πράγματα, με πολλούς τομείς ή αντικείμενα της γνώσης. ANT μονομερής: ~ επιστήμονας / διανοητής. 3. (χημ.) α. που έχει προκύψει από πολυμερισμό. β. που σχηματίζεται από το συνδυασμό πολλών ίδιων ή παρόμοιων μορίων: Πολυμερείς ενώσεις. || (ως ουσ.) τα πολυμερή, ονομασία κατηγορίας χημικών ενώσεων που αποτελούνται από μεγάλα μόρια και που προκύπτουν από πολλά ίδια ή παρόμοια (μικρότε ρα) μόρια, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους.

[λόγ.: 1, 2: αρχ. πολυμερής· 3: γαλλ. polymère (στη νέα σημ.) < αρχ. πολυμερής]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go