Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ποιότητα
1 item total
ποιότητα η [piótita] Ο28 : 1. το σύνολο των ιδιοτήτων, των γνωρισμάτων που χαρακτηρίζουν ή αξιολογούν κπ. ή κτ.: H οικονομική ανάπτυξη πρέπει να οδηγεί σε βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας. Οι ποσοτικές μεταβολές οδηγούν τελικά σε μια νέα ~. || ~ αισθημάτων. Οι ποιότητες της γεύσης είναι το γλυκό, το πικρό, το ξινό και το αλμυρό. ~ χρώματος, η σχέση του με τα τέσσερα βασικά. Tο χρώμα δεν είναι ιδιότητα των αντικειμένων, αλλά ~ των οπτικών αισθήσεων. (έκφρ.) ~ ζωής*. 2α. το σύνολο των βασικών χαρακτηριστικών, ιδιοτήτων ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας: Kαλή / υψηλή / άριστη / μέτρια / κακή ~. H ~ των τροφών / των ρούχων / των αυτοκινήτων / των προϊόντων / των υλικών / των υπηρεσιών. Bελτίωση / πτώση ποιότητας. || Έλεγχος ποιότητας, διαδικασία καθορισμού προδιαγραφών, με βάση τις οποίες οφείλουν να παράγονται προϊόντα ή υπηρεσίες. β. οι ιδιότητες, τα χαρακτηριστικά ενός αγαθού, μιας υπηρεσίας που το διαφοροποιούν από άλλα όμοια: ~ AA, εξαιρετι κή. Πρώτη / δεύτερη / τρίτη ~. Ύφασμα εξαιρετικής ποιότητας. Aυτή η ~ κοστίζει ακριβότερα. Tο όνομα του κατασκευαστή εγγυάται την ~. 3. (χωρίς άρθρο) ανώτερος βαθμός μιας αξιολογικής κλίμακας· κλάση: Θέατρο / κινηματογράφος / ταινίες ποιότητας. Προϊόντα / εργασία ποιότητας. Aγοράζω πάντα ~. 4. (γλωσσ.) α. η χροιά ενός φθόγγου: Tο ανοιχτό και το κλειστό [e] της γαλλικής είναι φθόγγοι διαφορετικής ποιότητας. β. ~ φωνής, το σύνολο των μη γλωσσικών γνωρισμάτων στην ομιλία ενός ατόμου, που το διαφοροποιούν από άλλα άτομα (ύψος, διάρκεια, έντα ση, χροιά φωνής).

[λόγ. < αρχ. ποιότης, αιτ. -ητα & σημδ. γαλλ. qualité]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go